Εναν οδηγό για την ψυχική ασθένεια παρουσίασε η καθηγήτρια Ψυχιατρικής κυρία Μαρίνα Οικονόμου – Λαλιώτη

 

Το 3%-5% των ενηλίκων σε όλο τον κόσμο προσβάλλει η διπολική διαταραχή, μία από τις πιο συχνές ψυχικές ασθένειες. Ενας στους πέντε ασθενείς κάνει απόπειρα αυτοκτονίας, ιδίως όταν βρίσκεται στη φάση της κατάθλιψης. Τα παραπάνω ανέφερε η κυρία Μαρίνα Οικονόμου – Λαλιώτη, επίκουρη καθηγήτρια Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, πρόεδρος της επιστημονικής επιτροπής του Συλλόγου Οικογενειών για την Ψυχική Υγείας, παρουσιάζοντας την ελληνική έκδοση του οδηγού «Μαθαίνοντας να ζούμε με τη διπολικήδιαταραχή».

Στόχος του οδηγού είναι να βοηθήσει τους ανθρώπους που επηρεάζει η διπολικήδιαταραχή και να τους δείξει τη σωστή κατεύθυνση. Δεν προσποιείται ότι υπάρχει σωστός ή λάθος τρόπος ζωής με διπολική διαταραχή. Ούτε διερευνά διεξοδικά τα αίτια και την ιατρική αντιμετώπιση της κατάστασης. Αυτό στο οποίο στοχεύει, μέσα από τη «διαβούλευση» με τους ασθενείς, τους φροντιστές, τα μέλη των οικογενειών και τους επαγγελματίες φροντίδας υγείας, είναι να προσφέρει πρακτικές οδηγίες που η εμπειρία έχει αποδείξει ότι όντως βοηθούν στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων που επηρεάζει η διπολική διαταραχή.
Ο οδηγός επισημαίνει τη σημασία της έγκαιρης διάγνωσης μέσα από απλές ερωτήσεις για τον έλεγχο των συμπτωμάτων. Για τους περισσότερους, η πάθηση επιμένει για πολλά χρόνια. Μπορεί να διαρκέσει μια ζωή, άλλοτε θα υποχωρεί, άλλοτε θα επανέρχεται μήνες ή ακόμη και χρόνια αργότερα. Η ζωή με τη διπολική διαταραχή μπορεί συχνά να γίνεται σκληρή.

Η διπολική διαταραχή προκαλεί σοβαρές διακυμάνσεις στη συναισθηματική διάθεση, από βαθιά δυστυχία, έως έντονη ευφορία ή μεικτές καταστάσεις στις οποίες η φοβερή ενέργεια συνδυάζεται με συναισθήματα απελπισίας και θλίψης. Το αποτέλεσμα αυτών των διακυμάνσεων είναι να διαταράσσεται η συμπεριφορά του ασθενή και επομένως οι σχέσεις του με το περιβάλλον και να προκαλούνται σοβαροί περιορισμοί στην επίδοση στο σχολείο ή την εργασία.

Σύμφωνα με τους ειδικούς επιστήμονες, όταν διαγνωσθεί η διπολική διαταραχή, μπορούν να αντιμετωπιστούν όλες αυτές οι αρνητικές επιπτώσεις. Υπάρχουν αποτελεσματικές θεραπείες που μπορούν να θέσουν υπό έλεγχο τις σοβαρές μεταβολές της συναισθηματικής διάθεσης. Ετσι, δίνεται η δυνατότητα στους ασθενείς και στην οικογένειά τους να αναδιοργανώσουν τη ζωή τους, με αποτελεσματικό και επιτυχημένο τρόπο.

*Πηγή : Φυντανίδου Έλενα, To BHMA