95 total views

Τα προβλήματα με τον ύπνο και συγκεκριμένα η αϋπνία και η μειωμένη ανάγκη για ύπνο, αποτελούν κύρια συμπτώματα της Διπολικής Διαταραχής. Αυτά τα συμπτώματα μπορεί να αποτελέσουν μια ισχυρή ένδειξη είτε για την επιδείνωση της διάθεσης του ατόμου είτε για την βελτίωση της. Το ποια από τις δύο πιθανότητες θα λάβει χώρα τελικά εξαρτάται από τις μεταξύ των ατόμων διαφορές.

Πρόσφατη μελέτη των Lewis, K. J. S. και συνεργάτες (2023) διερεύνησε την σχέση μεταξύ των προβλημάτων στον ύπνο και των προβλημάτων της διάθεσης σε άτομα με διπολική διαταραχή. Πιο αναλυτικά, εξέτασε αν τα κλινικά και δημογραφικά χαρακτηριστικά του ατόμου συσχετίζονται με κάποιες σταθερές και δυναμικές πτυχές του ύπνου και της διάθεσης και αν οι αλλαγές στις διαταραχές του ύπνου μπορούν να προβλέψουν τυχόν αλλαγές στην διάθεση. Ακόμη, έγινε διερεύνηση του κατά πόσον τα κλινικά και δημογραφικά χαρακτηριστικά λειτουργούν ως ανασταλτικοί παράγοντες στην σχέση ύπνου και διάθεσης.

Η μελέτη αυτή χρησιμοποίησε δεδομένα από 649 άτομα με διπολική διαταραχή, εκ των οποίων τα 400 άτομα πληρούν τα κριτήρια του DSM-IV για διπολική διαταραχή τύπου Ι, ενώ τα 249 άτομα για διπολική τύπου ΙΙ. Από αυτά τα άτομα, οι 442 ήταν γυναίκες και οι 207 άνδρες. Η ηλικία των συμμετεχόντων κυμαινόταν από τα 22 μέχρι και τα 83 έτη, με μέσο όρο ηλικίας τα 52 έτη.

Σύμφωνα με τα ευρήματα, φάνηκε ότι ο τύπος της διπολικής διαταραχής, το φύλο, τυχόν ιστορικό ταχείας εναλλαγής και η ηλικία του ατόμου συσχετίζονται με τα δυναμικά και σταθερά χαρακτηριστικά της (υπο)μανίας, της κατάθλιψης και της αϋπνίας. Συγκεκριμένα, άτομα με διπολική διαταραχή τύπου ΙΙ βίωσαν υψηλότερα επίπεδα κατάθλιψης και (υπο)μανίας, καθώς και εντονότερες εναλλαγές αναφορικά με το πώς διαφοροποιούνταν τα συμπτώματα τους κατά τη διάρκεια του χρόνου.

Επίσης, τα άτομα με διπολική διαταραχή τύποι ΙΙ χρειάζονταν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, ώστε να επιστρέψουν στο συνηθισμένο επίπεδο διάθεσης τους σε περίπτωση που βίωναν αλλαγές στα συμπτώματα κατάθλιψης ή (υπο)μανίας. Αυτό το εύρημα συνάδει με την υπάρχουσα βιβλιογραφία, σύμφωνα με την οποία τα άτομα με διπολική διαταραχή τύπου ΙΙ αντιμετωπίζουν σοβαρότερη πορεία της νόσου, μεγαλύτερη αστάθεια της διάθεσης και μεγαλύτερη διάρκεια καταθλιπτικών και (υπο)μανιακών συμπτωμάτων από τα άτομα με διπολική τύπου Ι. Παρόλα αυτά, βιώνουν λιγότερο σοβαρά μανιακά επεισόδια (Faurholt-Jepsen et al., 2015; Lamers et al., 2018; Szmulewicz et al., 2019; Judd et al., 2003).

Τα νεότερα σε ηλικία άτομα, τα άτομα που έχουν ιστορικό ταχείας εναλλαγής και οι γυναίκες έχουν μεγαλύτερη προδιάθεση να εμφανίσουν αστάθεια στη διάθεση και προβλήματα στον ύπνο.  Επιπρόσθετα, άτομα των οποίων η ποιότητα ύπνου μεταβάλλεται σε μεγαλύτερο βαθμό από την μια βδομάδα στην επόμενη, ίσως να βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσουν χρόνια προβλήματα διάθεσης. Το γεγονός αυτό βασίζεται στο ότι όσα άτομα είχαν μεταβολές ύπνου κατά τη διεξαγωγή της παρούσας μελέτης, είχαν ταυτόχρονα και πιο κακή διάθεση. Αυτό υποδηλώνει ότι οι διακυμάνσεις στον ύπνο μπορεί να λειτουργούν ως προγνωστικός δείκτης για την εμφάνιση και τη σοβαρότητα των προβλημάτων διάθεσης.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της παρούσας μελέτης, η αϋπνία, κατά μέσο όρο, αποτελεί πρώιμη ένδειξη για κακή πορεία των συμπτωμάτων κατάθλιψης, ανεξάρτητα από την κατάσταση της διάθεσης του ατόμου, όταν η αϋπνία κάνει την εμφάνιση της. Επίσης, αυτό ισχύει και ανεξάρτητα από άλλους τρόπους με τους οποίους αλλάζουν στο χρόνο ο ύπνος και η διάθεση. Κατά μέσο όρο, τα μεγαλύτερα επίπεδα αϋπνίας δεν προβλέπουν επακόλουθες αυξήσεις στα συμπτώματα της μανίας. Παρόλα αυτά, έχουν παρατηρηθεί διαφορές μεταξύ των συμμετεχόντων στην έρευνα, οπότε ίσως η αϋπνία να αποτελεί ικανό προβλεπτικό παράγοντα για κάποια άτομα.

Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν πως ο βαθμός συσχέτισης μεταξύ του ύπνου και της διάθεσης εξαρτάται από διάφορα χαρακτηριστικά. Πιο αναλυτικά, φαίνεται ότι στα άτομα με διπολική διαταραχή τύπου Ι είναι πιο ισχυρή η συσχέτιση μεταξύ ύπνου και (υπο)μανίας, ενώ στα άτομα με διπολική τύπου ΙΙ είναι πιο ισχυρή η συσχέτιση μεταξύ αϋπνίας  και κατάθλιψης. Στις γυναίκες υπάρχει ισχυρότερη συσχέτιση μεταξύ ύπνου και (υπο)μανίας, ενώ στα νεαρότερα άτομα αυτό ισχύει για τα συσχέτιση μεταξύ ύπνου και κατάθλιψης.

Ανακεφαλαιώνοντας, λοιπόν, αυτή η μελέτη ανέδειξε ότι τα κλινικά και δημογραφικά χαρακτηριστικά παίζουν σημαντικό ρόλο στη συσχέτιση μεταξύ ύπνου και διάθεσης:

  • Τύπος Διπολικής Διαταραχής: Τα άτομα με διπολική διαταραχή τύπου ΙΙ βίωσαν υψηλότερα επίπεδα κατάθλιψης και (υπο)μανίας και είχαν εντονότερες εναλλαγές των συμπτωμάτων σε σύγκριση με τα άτομα με διπολική διαταραχή τύπου Ι. Επίσης, χρειάζονταν περισσότερο χρόνο για να επανέλθουν στο κανονικό επίπεδο διάθεσής τους μετά από αλλαγές στα συμπτώματα.
  • Φύλο: Οι γυναίκες παρουσίασαν μεγαλύτερη αστάθεια στη διάθεση και προβλήματα στον ύπνο σε σχέση με τους άνδρες.
  • Ηλικία: Τα νεότερα άτομα εμφάνισαν μεγαλύτερη αστάθεια στη διάθεση και προβλήματα στον ύπνο. Αυτό συνδέεται πιθανόν με τη μεγαλύτερη ευαισθησία στις αλλαγές στον ύπνο και τη διάθεση που παρατηρούνται σε νεότερες ηλικίες.
  • Ιστορικό Ταχείας Εναλλαγής: Τα άτομα με ιστορικό ταχείας εναλλαγής διάθεσης εμφάνισαν μεγαλύτερη αστάθεια στη διάθεση και προβλήματα στον ύπνο, υποδεικνύοντας ότι αυτή η ομάδα είναι πιο επιρρεπής σε αλλαγές στην ψυχική τους κατάσταση σε συνάρτηση με τον ύπνο.

Επομένως, τα ευρήματα της μελέτης υποδηλώνουν ότι η σχέση μεταξύ ύπνου και διάθεσης είναι πολυπαραγοντική και εξαρτάται από διάφορα ατομικά χαρακτηριστικά:

  • Διπολική Διαταραχή Τύπου Ι: Υπήρχε ισχυρότερη συσχέτιση μεταξύ ύπνου και (υπο)μανίας.
  • Διπολική Διαταραχή Τύπου ΙΙ: Η συσχέτιση μεταξύ αϋπνίας και κατάθλιψης ήταν ισχυρότερη.
  • Γυναίκες: Παρουσίασαν ισχυρότερη συσχέτιση μεταξύ ύπνου και (υπο)μανίας.
  • Νεαρά Άτομα: Η συσχέτιση μεταξύ ύπνου και κατάθλιψης ήταν ισχυρότερη σε αυτή την ομάδα. 

Μέσα από τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης έρευνας, κατανοούμε ότι οι θεραπευτικές προσεγγίσεις για τη βελτίωση του ύπνου σε άτομα με διπολική διαταραχή πρέπει να είναι εξατομικευμένες, λαμβάνοντας υπόψη τον τύπο της διπολικής διαταραχής, το φύλο και την ηλικία του ατόμου. Για παράδειγμα, μπορεί να χρειαστεί διαφορετική διαχείριση του ύπνου για γυναίκες με διπολική διαταραχή τύπου ΙΙ σε σχέση με άνδρες με διπολική διαταραχή τύπου Ι.

Συμπερασματικά, η δυναμική συσχέτιση μεταξύ ύπνου και διάθεσης είναι πολυσύνθετη και επηρεάζεται από πολλά ατομικά χαρακτηριστικά. Τα προβλήματα στον ύπνο, και ειδικά η αϋπνία, μπορεί να αποτελούν πρώιμη ένδειξη για επιδείνωση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων, ενώ οι αλλαγές στον ύπνο μπορούν να λειτουργήσουν ως προγνωστικοί δείκτες για τη συνολική πορεία της διάθεσης. Ως εκ τούτου, η εξατομίκευση των θεραπευτικών προσεγγίσεων, λαμβάνοντας υπόψη τα ατομικά χαρακτηριστικά του κάθε ασθενούς, είναι ζωτικής σημασίας για την αποτελεσματική διαχείριση της διπολικής διαταραχής. 

Πηγή:
Lewis, K. J. S., Tilling, K., Gordon-Smith, K., Saunders, K. E. A., Di Florio, A., Jones, L., Jones, I., O’Donovan, M. C., & Heron, J. (2023). The Dynamic Interplay between Sleep and Mood: An Intensive Longitudinal Study of Individuals with Bipolar Disorder. Psychological Medicine, 53, 3345–3354. https://doi.org/10.1017/ S0033291721005377

Συγγραφέας: Ναταλία Νικολάου, Ψυχολόγος, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εκπαιδευόμενη στο πρόγραμμα κλινικής πρακτικής του BipolarLab.edu.gr

Επιστημονική επιμέλεια:
Δρ. Ιωάννης Γ. Μάλλιαρης, Ψυχολόγος, Διδάκτωρ Κλινικής Ψυχολογίας, Institute of Psychiatry, King’s College London – Επιστημονικός Υπεύθυνος του BipolarLab.com και της ΕΔΟ.
Πιστοποιημένος Ψυχοθεραπευτής Εκπαιδευτής στη Γνωσιακή – Συμπεριφορική Θεραπεία από το Beck Institute της Αμερικής.
(Beck Institute CBT Certified Clinician (BICBT-CC))